Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ιλβάν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ιλβάν' Προφορά: ιλβάν
  1. υπερηφάνεια, καυχησιά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    επιδεικτικός τρόπος ντυσίματος

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη ulvan

    Παραδείγματα:
    1) Aγαπώ το γιοσμαλούχ’ κι εσύ ν’ αγαπάς τ’ ιλβάνι.
    2) Ασ’ ιλβάν’ κι ανέτερον ’δέν ’κ’ ευτάει.

    Ομόρριζα - Παράγωγα:
    ιλβανέας (αυτός που επιδεικνύεται με το ντύσιμο)
    ιλβανεύκουμαι

Παρατηρήσεις - Σχόλια