Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καριάρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. καριάρ' , 2. καρά̤ρ' Προφορά: 1. καριάρ , 2. καρεάρ
  1. ανάλογο, απόφαση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Εδώκανε καρά̤ρ’ την Κερέκην να πάγ’νε σόν παρχάρ’.
    2) Ήντα̤ν έφεραν, όλα̤ καρά̤ρα̤ έρθαν. (σωστά)
    3) Οι μειζετέρ’ (από το αρχαίο επίθετο "μείζονες", μεγαλύτεροι (σε ηλικία)) εδώκαν καρά̤ρ να ευκαιρούται το χωρίον.
    4) Κάβλι καρά̤ρ. (σταθερή απόφαση)
    5) Τέρ' το σ̌ιακέρ' καριάρ' να έν'. (ανάλογο)
    6) Εδέβεν ας σο καριάρ'. (ανάλογο)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Ιδίωμα:
    Τραπεζούντας (απόφαση)

  2. ικανοποίηση Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) έφτασε εκεί που έπρεπε
    2) σταθερό σημείο

    Παραδείγματα:
    1) Επέρεν καρά̤ρ. (έφτασε εκεί που έπρεπε)
    2) Κ' επαίρες ακόμαν καρά̤ρ. (ικανοποίηση)
    3) Ακόμαν κ' εύρα το καρά̤ρ' εθε. (σταθερό σημείο)

Παρατηρήσεις - Σχόλια