Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καυκίν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: καυκίν Προφορά: καυκίν
  1. ποτήρι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Καυκίν κρασίν η θάλασσα, κόρ’ εγάπ’-ι-μ’ εσύ είσαι, να βάλλτς σο καυκίν και πίντς ατεν. (είναι πολύ νέα και ωραία)
    2) Τραπέζ ’κί τοναντεύκεται, καυκίν ’κί ποτισκάται.
    3) Το στόμαν ατ’ς χρυσόν καυκίν να σάν που βάλλ’ και πίνει.

  2. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    φλιτζάνι καφέ

Παρατηρήσεις - Σχόλια