Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καυγά (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. καυγά , 2. καβγά Προφορά: καυγά
  1. φιλονεικία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Ιδίωμα:
    Τραπεζούντας

    Παραδείγματα:
    1) Άς σα λόγια έφτασαν σην καβγάν και επήγαν σον κατήν.
    2) Εποίκεν σωστόν καβγάν με τοί χωρέτας.

Παρατηρήσεις - Σχόλια