Ερμηνεία:
1) άνθρωπος ή πράγμα που προκαλεί τον πόνον της καρδιάς
2) φαγί που προξενεί πόνο λαφρύ στο στομάχι
Παράδειγμα:
Τη τσ̌ουξιμάτ' επέμ'νεν μουτσ̌ουρούμκον (ανάπηρον) κ' εγέντον καρδοπονίτα. (άνθρωπος ή πράγμα που προκαλεί τον πόνον της καρδιάς)