Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
κρεατικόν (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: κρεατικόν
Προφορά: κρεατικόν
1) είδος κρέατος 2) φαγί μαγειρεμένο με κρέας
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παράδειγμα:
Κρεατικόν τιδέν ’κ’ εύρα να τρώγω.
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια