Παράδειγμα - Επιπλέον Ερμηνείες: 1) κερδίζω χρήματα με την εργασία μου 2) Ίσως η τύχη μ’ βοηθά κι ογώ να γαζανεύω. (αποκτώ χρήματα από λαχνό)
Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη kazanmak
Ιδίωμα: Σαντάς
Ενεστώτας: γαζανεύω Παρατατικός: εγαζάνευα / γαζάνευα Μέλλοντας: θα γαζανεύω Αόριστος: εγαζάνεψα / γαζάνεψα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.