Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καϊμάκ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: καϊμάκ' Προφορά: καϊμάκ
  1. ανθόγαλα, κρέμα υλιστό όχι αποβουτυρωμένο που τοποθετούσαν σε πάρκια (στόμαχος των ζώων αφού πλυνόταν και καθαριζόταν, Ιδίωμα: Κρώμνης) Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

  2. ανθόγαλα, αφρόγαλα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη kaymak

Παρατηρήσεις - Σχόλια