Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
1) Θεέ μ' κόψον και δος ατέν τ' εμά τ' ημ'σά τα χρόνα̤. (κόβω)
2) Κόφτω και ράφτω. (αποφασίζω και κάμνω μόνος)
3) Έκοψεν ας σο καφενείον. (δε συχνάζει)
4) Κόφτ' απάν' κρομμύδια. (λέγει υπερβολές)
5) Κόφτω τα χρόνα̤. (θανατώνω)
6) Κόφτω την τιμήν. (συμφωνώ)
7) Τα ξύλα, (το γέννημαν) κόφτ'νε. (αξίζουν)
Προέλευση:
από το αρχαίο ρήμα κόπτω
Παράδειγμα:
έκοψεν το γάλαν
Παθητική φωνή:
αλλοιώνομαι