Προέλευση:
από το αρχαίο γέλως
Παραδείγματα:
1) Ασό γέλος επόνεσεν η κοιλία μ’.
2) Γιά σούκ' γέλος ,γιά σούκ' πομπή, γιά σούκ' περγελαξία. (Ποιητικό, γελοίος)
3) Γριλεύκουμαι ασό γέλος. (σκάνω στα γέλια)
4) Σπάνω ασό γέλος. (σκάνω στα γέλια)
5) Χάμαι ασό γέλος. (σκάνω στα γέλια)