Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γατμάρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: γατμά̤ρ' Προφορά: γατμεάρ
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    ζυμαρικό που κατασκευαζόταν από λεπτά φύλλα ζύμης τα οποία αλείφονταν με βούτυρο ή λάδι, τυλίγονταν σε κουλούρες, και ξανανοίγονταν σε χοντρά φύλλα. Αυτά ψήνονταν σε βούτυρο ή λάδι και στο τέλος πασπαλίζονταν με ζάχαρη

    Προέλευση:
    τουρκική

Παρατηρήσεις - Σχόλια