Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πισί (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πισ̌ί Προφορά: πισί
  1. ζυμαρικό που κατασκευαζόταν από λεπτά φύλλα ζύμης τα οποία αλείφονταν με βούτυρο ή λάδι, τυλίγονταν σε κουλούρες, και ξανανοίγονταν σε χοντρά φύλλα. Αυτά ψήνονταν σε βούτυρο ή λάδι και στο τέλος πασπαλίζονταν με ζάχαρη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Ιδίωμα:
    Σταυρί

Παρατηρήσεις - Σχόλια