Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη katmak
Ιδίωμα: Χαλδίας, Σαντάς
Παράδειγμα: Επήγαν να ψαλαφούν ατεν, άμα εγάτεψεν ατ’ς.
Ενεστώτας: γατεύω Παρατατικός: εγάτευα Μέλλοντας: θα γατεύω Αόριστος: εγάτεψα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.