Προέλευση: τουρκική
Παράδειγμα: Εγαταρλάεψεν το ζων κι ετσακοπόδεσεν ατο.
Παράγωγο: γαταρλάεμαν
Ενεστώτας: γαταρλαεύω Παρατατικός: εγαταρλάευα Μέλλοντας: θα γαταρλαεύω Αόριστος: εγαταρλάεψα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.