Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη kaçış (φυγή)
Παράδειγμα: Εδέκα το γατσ̌άχ 'κι επήγα σην Τζάν σωτήραν.
Ενικός: γατσ̌άχιν / γατσ̌άχ' Πληθυντικός: γατσ̌άχια / γατσ̌άχα / γατσ̌άγα