Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κατορκίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: κατορκίζω Προφορά: κατορκίζω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    ορκίζω το μεγαλύτερο όρκο

    Παραδείγματα:
    1) Στόν Θό μ’ κι αν εκατέρξες με την αλήθειαν λέγω.
    2) Ομνώ και κατορκίσκουμαι σ’ ομματόπα μ’ τα δύο.

  2. εξορκίζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    κάνω κάποιον να ορκιστεί

Παρατηρήσεις - Σχόλια