Επιπλέον Ερμηνεία: τελευταία θέληση
Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη βεσαϊάτ
Παράδειγμα: Κι εμέν εδώκεν βεσαέτ' την κάλη μ' δέβα έπαρ'.
Ενικός: βεσαέτιν / βεσαέτ' Πληθυντικός: βεσαέτα̤