Προέλευση: τουρκική
Παράδειγμα: Βερκιλίν χρόνος έτον οφέτος.
Αρσενικό: Ενικός: βερκιλής Πληθυντικός: βερκιλήδες
Θηλυκό: Ενικός: βερκιλήσα Πληθυντικός: βερκιλήδες
Ουδέτερο: Ενικός: βερκιλίν Πληθυντικός: βερκιλία
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.