Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

βέρ σελιάμ [Φράση]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. βερ σελιάμ , 2. βέρσελα̤μ Προφορά: βερ σελιάμ
  1. δηλαδή, πάει, τελείωσε Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    τέλος πάντων

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παραδείγματα:
    1) Βέξιλην εδέκα σε, άλλο 'κι χρωστώ σε βερσελιάμ. (δηλαδή)
    2) Εγώ οπίσ' 'κί γυρίζω βέρσελα̤μ. (πάει, τελείωσε)

Παρατηρήσεις - Σχόλια