Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

Κάμπος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. Κάμπος , 2. κάμπος Προφορά: Κάμπος
  1. κάμπος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    χωριό τούρκικο με 25 οικογένειες σε απόσταση μισής ώρας από την Αργυρούπολη

    Παραδείγματα:
    1) Εύρεν τον κάμπον εύκαιρον τα παρχάρα̤ ισίζκα (Ιδίωμα: Σταυρί)
    2) Εφέκες μας, μανίτσα μου, ση κάμπου τα κλαδία. (απροστάτευτα)

Παρατηρήσεις - Σχόλια