Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κάμνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: κάμνω Προφορά: κάμνω
  1. δουλεύω, εργάζομαι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Αδά ήντσαν κάμν’ τρώει.
    2) Άμον μελεσσίδ κάμν’.
    3) Κάμνω τσ’ εφτιάζω νήμα. (γνέθω μαλλί)
    4) Έκαμνεν η γερά τ’. (έφερε πύον η πληγή)

  2. κάνω, δουλεύω Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    ξαίνω μαλλί

  3. εργάζομαι, δουλεύω, γνέθω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Παθητική Φωνή:
    κάμκουμαι = γνέθομαι (για μαλλί)

Παρατηρήσεις - Σχόλια