Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καθιστέρα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: καθιστέρα Προφορά: καθιστέρα
  1. 1) ξύλο ή σανίδα επάνω στην οποία κουρνιάζουν οι κότες 2) τοίχοι έξω από τα χωριά φτιαγμένοι με σκοπό να κάθονται οι φορτωμένοι και να ξεκουράζονται Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
  2. 1) ξύλο μέσα στο κοτέτσι που κάθονται οι κότες 2) μέρος του δρόμου κατάλληλο για ξεκούραση Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια