Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κάμερ [Επίρρημα]

Γραφή στην Ποντιακή: κάμερ Προφορά: κάμερ
  1. κάπου, πότε Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Έχͮ’ και έρται μεθυσμένος, κάμερ ρούζ’ και σκούται.
    2) Κάμερ ετάπεψαν κ’ εδέβαν. (πότε, Χρήση από: Π. Μελανοφρύδη)

Παρατηρήσεις - Σχόλια