Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καμέλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: καμέλ' Προφορά: καμέλ
  1. καμήλα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Τη καμελί’ ποίον έτον τογρήν και θα έτον κ’ η γούλα θε.
    2) Η θυγατέρα τ’ καμέλ’. (μεγάλη και αψηλή)
    3) Καμέλα̤ θα δα̤βαίν’νε. (Ιδίωμα: Σταυρίν)
    4) Καμελί’ ζουμάρ’. (άψητο ψωμί)

  2. καμήλα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια