Ερμηνείες: 1) πίθηκος (Ιδίωμα: Σταυρί) 2) τσακάλι (Ιδίωμα: Σουρμένων, Ματσούκας)
Προέλευση: από το αρχαίο ελληνικό "θώς", γενική πτώση του θωός
Ομόρριζο - Παράγωγο: Θωίδης (Τσακαλίδης)
Ενικός: θώπεκας Πληθυντικός: θώπεκοι / θωπέκοι / θωπέκ'
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.