Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

θέπεκας(ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: θέπεκας Προφορά: θέπεκας
  1. πίθηκος, τσακάλι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Σταυρίν με ερμηνεία πίθηκος
    Σούρμενα, Ματσούκα με ερμηνεία τσακάλι.

    Προέλευση:
    Από το αρχαίο ελληνικό "θώς", γενική του θωός.
    Παράγωγο επίθετο Θωίδης= Τσακαλίδης.

Παρατηρήσεις - Σχόλια