Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κουτούλα (η) [Ουσιαστικό, Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: κουτούλα Προφορά: κουτούλα
  1. χήρα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Κουτούλαν και κοχράκαν να ελέπω σε! (να σε δω χήρα και μαυροφορεμένη!, κατάρα)

  2. 1) χήρα με κομμένα μαλλιά 2) αγελάδα ή γίδα που έχασε τα κέρατά της Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. αυτή που δεν έχει κέρατα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια