κουτούλα (η) [Ουσιαστικό, Επίθετο]
Γραφή στην Ποντιακή: κουτούλα
Προφορά: κουτούλα
-
χήρα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
1) χήρα με κομμένα μαλλιά 2) αγελάδα ή γίδα που έχασε τα κέρατά της
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
αυτή που δεν έχει κέρατα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης