Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ομμάτ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ομμάτ' Προφορά: ομμάτ
  1. μάτι, μάτιασμα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Αμπαρί’. (άνοιγμα)
    2) Απάν’ ομμάτα̤ 'κ' έγκα ή τ’ ομμάτα̤ μ’ απάν’ ’κ’ έρθαν. (δεν κοιμήθηκα καθόλου)
    3) Τ’ ομμάτ’ν ατ’ ’κ’ έσ'κωσεν ατο. (δεν το είδε με καλό μάτι)
    5) Κρούω ομμάτ’. (κάνω νεύμα)
    6) Τ’ ομμάτ’ έγκεν. (άδολο) (Σούρμενα)
    7) Έγκεν σ’ ομμάτα̤. (από τις στερήσεις έφερε ασπράδι)
    8) Παίρ’νε με τ’ ομμάτα̤ μ’. (κοιμούμαι)
    9) Τ’ ομμάτα̤ 'τ’ σύρ’νε σα πουλία. (είναι αλλήθωρος, Ιδίωμα: Σταυρί)
    10) Τ’ ομμάτι σ’ απ’ οπίσ’ έν. (το ζήλεψες)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό ὀμμάτιον

    Υποκοριστικό από το ὄμμα

Παρατηρήσεις - Σχόλια