Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σακκονάρα (τα) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σακκονάρα̤ Προφορά: σακκονάρεα
  1. 1) μέρος του σταύλου για τα μοσχάρια 2) χωρίσματα του σαρπίν (αποθήκης) Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

Παρατηρήσεις - Σχόλια