-
1) κουτί δοχείο 2) πήλινο σκεύος, αλλά από καλή λάσπη και καλά ψημένο, για να χρησιμεύει ως μαγειρικό σκεύος στη θέση του χαλκοτσούκ’
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
κούτα, κουτί, κιβώτιο
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
-
στάμνα
Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου