σαν να κατάπια κανέναν κούσ̌τ’ (βλ. λ. κούσ̌τ) και σταμάτησε στο λαιμό και δεν μπορώ να φάγω άλλο, αύτο γίνεται όταν καταπίνει κανείς την τροφήν αμάσητηΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παράδειγμα - Επιπλέον Ερμηνεία:
Έκ’σα το θάνατον ατ’ κ’ εκούσ̌τωσεν η καρδία μ’. (προκαλείται από λύπη, φόβο)