Παρδείγματα: 1) Έναν κούσ̌τ’ έγκεν σην ράχͮαν ατ’. (όγκος) 2) Έναν κούσ̌τ’ βούτορον εδέκ’ ατεν. (κομμάτι σφαιροειδές)
Προέλευση: αρμενική, από την αρμενική λέξη kost