Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κουσουρλής (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: κουσουρλής Προφορά: κουσουρλής
  1. ελαττωματικός, ανάπηρος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Τ' Αε Βλασ̌ί' μαχͮαίρ' μη πιάν'τς, ευτάς κουσουρλία παιδία.

  2. ελαττωματικός, αίτιος Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια