Προέλευση: από το χασ̌χάσ̌' (ο θόρυβος του καινούριου ενδύματος)
Αρσενικό: Ενικός: - Πληθυντικός: -
Θηλυκό: Ενικός: - Πληθυντικός: -
Ουδέτερο: Ενικός: ολοχάσχασον Πληθυντικός: ολοχάσχασα
Επίρρημα: ολοχάσχασα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους. Λόγω σημασιολογίας, απαντάται κυρίως στο ουδέτερο, όπως άλλωστε δίνεται και το λήμμα.