Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ολοχάσχασον (το) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: ολοχάσ̌χασ̌ον Προφορά: ολοχάσχασον
  1. ολοκαίνουργιο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το χασ̌χάσ̌' (ο θόρυβος του καινούριου ενδύματος)

Παρατηρήσεις - Σχόλια