Ερμηνεία: ποικιλία θυμαριού με άνθη υπόλευκα ή μελανί
Χρήση από: Κούσης
Προέλευση: από το αρχαίο ουσιαστικό θύμβρον, νεοελληνικά θρούμπα
Ενικός: θύμπουρον Πληθυντικός: θύμπουρα