Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

θύμπουρον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: θύμπουρον Προφορά: θύμπουρον
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    ποικιλία θυμαριού με άνθη υπόλευκα ή μελανί

    Χρήση από:
    Κούσης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό θύμβρον, νεοελληνικά θρούμπα

Παρατηρήσεις - Σχόλια