βλέπω, κοιτάζω, προσέχωΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Προέλευση:
από το αρχαίο ρήμα θεωρῶ
Ιδίωμα:
Οινόης
Παραδείγματα:
1) Ασον πρόσωπον ’κ’ είδα καλόν κι ασή ράχͮη να θωρώ; (βλέπω)
2) Κάθαν ημέρα που επέρεινε, τον κοφά εθώρεινεν και τα γράμματα. (κοιτάζω, προσέχω)