Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ολόγιος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: ολόγιος Προφορά: ολόγιος
  1. ολόκληρος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Κοτυώρων

    Παράδειγματα:
    1) Α πας ηυρήκ’ς το νερόν και λούσ̌κεσαι απέσ’ ολόγιος.
    2) Εδούλευεν ατονα τρία ολόγια χρόνια.

Παρατηρήσεις - Σχόλια