κουσκούρ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: κουσ̌κούρ'
Προφορά: κουσκούρ
-
η κοπριά των ζώων πλαθόμενη σε βώλους και προσκολλημένη σε τοίχο για να ξεραθεί και να χρησιμοποιηθεί ως καύσιμη ύλη
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
ξερή κοπριά (για καύσιμη ύλη)
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
1) πλινθοποιημένη ξερή κοπριά βοδιών ώς καύσιμη ύλη 2) ψωμί σκληρό
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
-
τα κόπρανα της αγελάδας
Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου