Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κουσκούρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κουσ̌κούρ' Προφορά: κουσκούρ
  1. η κοπριά των ζώων πλαθόμενη σε βώλους και προσκολλημένη σε τοίχο για να ξεραθεί και να χρησιμοποιηθεί ως καύσιμη ύλη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Εγέντον κόπρον, εταράεν και σα κουσ̌κούρια.

  2. ξερή κοπριά (για καύσιμη ύλη) Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. 1) πλινθοποιημένη ξερή κοπριά βοδιών ώς καύσιμη ύλη 2) ψωμί σκληρό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  4. τα κόπρανα της αγελάδας Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου

Παρατηρήσεις - Σχόλια