Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κουρσεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: κουρσεύω Προφορά: κουρσεύω
  1. κατακτώ, αιχμαλωτίζω, ληστεύω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Οι Τούρκ' όντάν εκούρσευαν την Πόλ' την Ρωμανίαν. (κατακτώ, αιχμαλωτίζω)
    2) Εκούρσεψεν τα εγκλησίας τα εικόνας. (ληστεύω)

  2. λεηλατώ, κυριεύω, αιχμαλωτίζω Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Παράδειγμα:
    Την Πολ' όντες εκούρσεβαν.

  3. κυριεύω, λεηλατώ, αιχμαλωτίζω, οδοιπορώ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    λατινική, από την λατινική λέξη cursus-us

Παρατηρήσεις - Σχόλια