Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη γιουζμέκ
Ιδίωμα: Κοτυώρων
Παράδειγμα: Ελέπ’ έναν σαντούκ’ ιζεύ’ απάν’ σό ποτάμ’.
Ενεστώτας: ιζεύω Παρατατικός: ίζευα Μέλλοντας: θα ιζεύω Αόριστος: ίζεψα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.