Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη kymak
Παραδείγματα: 1) Όποιος εξηγίζ’ α̤το, να ιεύ’ σην καρδίαν. 2) Τ’ οσπίτ' σ’ οσπίτ’ απάν’ ’κ’ ιεύ’.
Ενεστώτας: ιεύω Παρατατικός: ίευα Μέλλοντας: θα ιεύω Αόριστος: ίεψα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.