Ιδίωμα: Κοτυώρων
Παράδειγμα: Τ’ αράπ’ η γυναίκα εποίκεν έναν αγουρόπον ολήμαυρον.
Αρσενικό: Ενικός: ολήμαυρος Πληθυντικός: ολήμαυροι
Θηλυκό: Ενικός: ολήμαυρος , ολήμαυρέσσα / ολήμαυρέσα Πληθυντικός: ολήμαυροι
Ουδέτερο: Ενικός: ολήμαυρον Πληθυντικός: ολήμαυρα
Επίρρημα: ολήμαυρα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.