Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

θρασκεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: θρασ̌κεύω Προφορά: θρασκεύω
  1. υλομανώ, πλημμυρίζω, θυμώνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Κι οντές θρασκεύ’ ο ποταμόν, κατήβασον και πότ’σον. (πλημμυρίζω)
    2) Εθράσ̌κεψεν το φυτόν. (υλομανώ)

    Ποιητικό

  2. πλημμυρίζω Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. πλημμυρίζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια