Ερμηνεία: θήκη του σπαθιού
Ποιητικό
Προέλευση: από το παλαιόν αμάρτυρο ουσιασιστικό θηκάριον, το οποίο προέρχεται από τη θήκη
Παράδειγμα: Έσυρεν το σπαθίτσιν ατ’ άς σο χρυσόν θηκάριν.
Ερμηνεία: θήκη για το ξίφος ή μαχαίρι
θηκάρ
Ενικός: θηκάρι / θηκάρ' Πληθυντικός: θηκάρια / θηκάρα̤