Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη κάτ
Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες: 1) Έναν γάτ’ λώματα. (μιά φορεσιά) 2) Τ’ οσπίτ’ έν’ δύο γάτα̤. (δύο πατώματα) 3) Τ’ ιντέρι ατ’ και τ’ αλείμματα εκείσαν εφτά γάτα̤. (στρώμα)
Ενικός: γάτιν / γάτ' Πληθυντικός: γάτα̤