Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γάτ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: γάτ' Προφορά: γάτ
  1. στρώμα, στρώση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη κάτ

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Έναν γάτ’ λώματα. (μιά φορεσιά)
    2) Τ’ οσπίτ’ έν’ δύο γάτα̤. (δύο πατώματα)
    3) Τ’ ιντέρι ατ’ και τ’ αλείμματα εκείσαν εφτά γάτα̤. (στρώμα)

Παρατηρήσεις - Σχόλια