Επιπλέον Ερμηνεία: χωρίς προστάτην
Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη καρίπ
Παραδείγματα: 1) Και πώς θ’ αφήντς μας ορφανά, γαρίπα̤ απάν’ σoν κόσμον; (ορφανός) 2) Κλάψον με μάνα, φλιβερά επέμ’να σα γαρίπ'κα. (ξένος)
Αρσενικό: Ενικός: γαρίπης / γαρίπ'ς Πληθυντικός: γαρίποι / γαρίπ'
Θηλυκό: Ενικός: γαρίπαινα Πληθυντικός: γαρίποι / γαρίπ'
Ουδέτερο: Ενικός: γαρίπ'κον / γαρίπ' Πληθυντικός: γαρίπ'κα / γαρίπα̤
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.