Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κουρκουντέλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κουρκουντέλ' Προφορά: κουρκουντέλ
  1. κουρέλι κουρελιασμένο φόρεμα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Σ’ έναν εβδομάδαν ο τσοπάνον εποίκεν τα λιώματα τ’ κουρκουντέλια.

    Ομόρριζα - Παράγωγα:
    κουρκουντελώ
    κουρκουντελίαγμαν
    κουρκουντελέας (κουρελιάρης)

Παρατηρήσεις - Σχόλια