Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

οκνώ [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: οκνώ Προφορά: οκνώ
  1. βαριέμαι, τεμπελιάζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα οκνῶ

    Παραδείγματα:
    1) Όκνησα να πάγω σην εγκλεσίαν.
    2) Πώς 'κ' οκνείς. (δε βαριέσαι)

  2. βαριέμαι, τεμπελιάζω Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια