Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κουρεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: κουρεύω Προφορά: κουρεύω
  1. στήνω, επισκευάζω, κουρδίζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Βάλλει μαστόρους και κουρεύουνε τον τσαμέ. (στήνω)
    2) Τρανό μή κουρεύεις α, ού πορείς να στεγάζεις α. (στήνω)
    3) Εκούρεψεν το τραπέζ'. (στρώνω τραπέζι)
    4) Καλομηνά κουρεύ'νε τα πρόατα. (κόβω τα μαλλιά)

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη kurmak

    Ιδίωμα:
    Οινόης

  2. στρώνω, στήνω Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Παράδειγμα:
    Κούρεψον το τραπέζ ας τρώμε. (στρώσε το τραπέζι για να φάμε)

  3. κλαδεύω, κουρδίζω, επισκευάζω, τοποθετώ κόβω τις ρίζες των τριχών ζώου σύρριζα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Παθητική φωνή:
    κουρεύκομαι = κουρεύομαι, παρακάθομαι σε τραπέζι

Παρατηρήσεις - Σχόλια