Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
1) Βάλλει μαστόρους και κουρεύουνε τον τσαμέ. (στήνω)
2) Τρανό μή κουρεύεις α, ού πορείς να στεγάζεις α. (στήνω)
3) Εκούρεψεν το τραπέζ'. (στρώνω τραπέζι)
4) Καλομηνά κουρεύ'νε τα πρόατα. (κόβω τα μαλλιά)
Προέλευση:
τουρκική, από την τουρκική λέξη kurmak
Ιδίωμα:
Οινόης
Παράδειγμα:
Κούρεψον το τραπέζ ας τρώμε. (στρώσε το τραπέζι για να φάμε)
Παθητική φωνή:
κουρεύκομαι = κουρεύομαι, παρακάθομαι σε τραπέζι