Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη καριάρ (απόφαση)
Παραδείγματα: 1) Εδέκεν ατον γαρέρ’ αφκά να χτίζ’νε την εκκλησίαν. 2) Εδώκαν γαρέριν να καλοπιάν ατον με καλά φαγία.
Ενικός: γαρέριν / γαρέρ' Πληθυντικός: γαρέρα̤