Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γαρέρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. γαρέρ' , 2. γαρέριν Προφορά: γαρέρ
  1. απόφαση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη καριάρ (απόφαση)

    Παραδείγματα:
    1) Εδέκεν ατον γαρέρ’ αφκά να χτίζ’νε την εκκλησίαν.
    2) Εδώκαν γαρέριν να καλοπιάν ατον με καλά φαγία.

Παρατηρήσεις - Σχόλια